Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Δελτίο τύπου | ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ - 1991 του Νίκου Κούνδουρου

 
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ
 1991



Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Φεβρουάριος 2016
Αριθμός σελίδων : 104, Τιμή : 9,50  Ευρώ
ISBN 978-960-505-198-3







Γλυκιά και καλή και ατίθαση και μακρινή καλή μου, καλημέρα. Το χωριό Σαμπρούντογιε βρίσκεται στη Γιάλτα και η Γιάλτα είναι στην Κριμαία και η Κριμαία είναι μέρος της Ουκρανίας.

[...] Η ιδέα της αναπαράστασης μιας γειτονιάς του Μεσολογγίου χει ξεπε­ραστεί από καιρό, καθώς όλη η ταινία χει πια ξεπεράσει την εξάρτηση της από τόπους και χρόνο και ονόματα και αναζητά και κερδίζει τον δικό της τό­πο και τον δικό της χρόνο και τα δικά της ονόματα. Ο ξένος απέραντος τό­πος που μας κυκλώνει, η ξένη γλώσσα, τα ξένα πρόσωπα, με βοήθησαν να μπω οριστικά σ' αυτό το υπερβατικό κλίμα που από την αρχή αναζήτησα.


ΤΟ 1991 Ο ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ, σκηνοθέτης του Δράκου και πολλών ακόμα σπουδαίων ταινιών, βρίσκεται για πολλούς μήνες στην Κρι­μαία, για τα γυρίσματα της ταινίας ΜΠΑΫΡΟΝ. Στέλνει συστηματικά γράμ­ματα στη νεαρή γυναίκα του, Σωτηρία. Γράμματα ερωτικά, μεγάλης τρυ­φερότητας και ομορφιάς, στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής δημιουργίας του στον ξένο τόπο, με τις μεγάλες αγωνίες για το καλλιτεχνικό όραμα και τις προσδοκίες του.

Στο διάστημα αυτό, τον Αύγουστο, γίνεται το πραξικόπημα εναντίον του Γκορμπατσόφ και ακούει τα ελικόπτερα που τον ψάχνουν νύχτα στο δάσος της Κριμαίας. Ανάμεσα στα ντεκόρ της ταινίας γίνεται η ταφή, από τους κατοίκους του χωριού, ενός δεκαεπτάχρονου κοριτσιού άγνω­στων γονιών που το σκότωσαν εγκληματίες. Στο περιβάλλον της Γιάλτας όπου έζησε ο Τσέχοφ, ο Κούνδουρος αναπολεί τούς Ρώσους συγγραφείς πού διάβασε μικρός - Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Aντρέγιεφ. Σκέφτε­ται τον πρόσφατα χαμένο αδελφό του Ρούσσο και τις απώλειες στενών του φίλων.


Απορώ καμιά φορά πώς μπορώ ακό­μα να συντηρώ με τόσο πάθος το μίσος μου για τα ίδια πράγματα που πρωτομίσησα στα πρώτα εφηβικά μου χρό­νια, παιδί του πόλεμου και της Κατοχής και των στρατοδικείων και της τυφλής βίας, μεγαλωμένος με όνειρα και ορά­ματα και πείσμα ατέλειωτο. Μιλάω για πείσμα και να σου πάλι μπροστά μου ο Ρούσσος, ο πρώτος πεισματάρης, αλύ­γιστος, ασυμβίβαστος με όλους και με όλα, σε πόλεμο με το σύμπαν και με τον εαυτό του, καβγατζής εκεί πού χώ­ραγε κι εκεί που δεν χώραγε, να πα­λεύει μια ζωή με εχθρούς και ανεμόμυλους.

Έξω βρέχει σιγανά και όμορφα, είναι 17 του Σεπτέμβρη, βράδυ, και σ' αγαπώ πολύ και δεν ξέρω τί να την κάνω την αγάπη μου...

Ο « Byron » θέλει να είναι ένα τρα­γούδι, μια ελεγεία για την απελπισία και για το θάνατο, ένα δοξαστικό στην αγωνία του ανθρώπου να τα βγάλει πέρα με τη ζωή του και με τις ζωές των άλλων. Μια ταινία ευφρόσυνη μέσα στη θανατερή με­λαγχολία της κι ακόμα διασκεδαστι­κή, καθώς δείχνει ανθρώπους να παίζουν άλλους ανθρώπους, με δε­ξιοτεχνία και ταλέντο και κέφι και όλα τέλος πάντων τα πανάρχαια καμώματα των μάγων και των πα­πάδων και των θεατρίνων. Είμαι αισιόδοξος και γεμάτος χαρά και περηφάνια για την ταινία που χτίζε­ται εδώ, στερεή σαν τοίχος, τούβλο στο τούβλο, πέτρα στην πέτρα. Σε σκέφτουμαι συνέχεια, όλες τις ώρες που η φούρια της δουλειάς μ' αφήνει να σκεφτώ.

Δελτίο τύπου | ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΜΟΝΟ της Ειρήνης Ρηνιώτη

ΕΙΡΗΝΗ ΡΗΝΙΩΤΗ

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΜΟΝΟ
 ΠΟΙΗΣΗ



Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Φεβρουάριος 2016
Αριθμός σελίδων :56, Τιμή : 8,00  Ευρώ
ISBN 978-960-505-215-7








Κυκλοφορεί το 9ο ποιητικό βιβλίο της ποιήτριας Ειρήνης Ρηνιώτη,
το τρίτο της στις Εκδόσεις Άγρα μετά την Ανθοφορία της σιωπής (2008) και τον Ίλιγγο (2011).

Έχουν γραφτεί για την ποίηση της Ειρήνης Ρηνιώτη:

Η φωνή της ποιήτριας ακούγεται παλλόμενη από μία βαθιά συγκίνηση που, παρά την οξύτητα των καταστάσεων που την προκάλεσαν, δεν υπερβαίνει το μέτρο, δεν φτάνει στην υπερβολή, δεν γίνεται μελοδραματική. Κι αυτό οφείλεται στην ενμέρει έμφυτη και ενμέρει με κόπο κατακτημένη ικανότητα της ποιήτριας να περιβάλλει τα αισθήματα και τα συναισθήματά της με μία γλώσσα νηφάλια και διαφανή, επιτρέποντας στον αναγνώστη να διακρίνει και να αισθανθεί την ένταση των γενεσιουργών αιτίων της ποίησής της εν σιωπή.
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο λόγος χωρίς να χάνει την εικονοποιητική, αφηγηματική του δυναμική εμπλουτίζεται από μια υψηλής ευαισθησίας και αυστηρότητας ερωτική εσωτερικότητα, σχεδόν εξαϋλώνεται μέσα από τις τόσο παρηγορητικά θελκτικές, προτρεπτικές, προστατευτικές, ριψοκίνδυνες επικλήσεις.
ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ

Πολλές ευχαριστίες για τον ΙΛΙΓΓΟ, για τη λιτότητά του, για τη σκέψη του, για το αίσθημά του το μπολιασμένο μέσα στη σκέψη του και για το γεγονός ότι είναι τόσο ηνιοχευμένο σαν φόρμα, δηλαδή μικρό και σφιχτό.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Ο ΙΛΙΓΓΟΣ είναι βιβλίο πολύ δυνατό, υπέροχο, με στίχο ευθύβολο, εξόχως ευθύβολο και -κυρίως- ρωμαλέο.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ποιητικός λόγος είναι πάνω απ’ όλα λιτός και καίριος. Έτσι αναδεικνύονται οι υπαρξιακές κατακρημνίσεις και αποπνέουν μια υποβλητικότητα καθώς ο ίλιγγος μετουσιώνεται σε ποίηση.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ

Πρόκειται για ποιήματα με βάθος, τόλμη και “γκρεμό”. Θραύσματα αστραφτερού λυγμού που τον κινούν η στέρηση, η ηδονή, το αδιέξοδο και πάλι η τόλμη για απόδραση.
ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Η ΑΝΘΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ερευνά, αναρωτά, γνωρίζει και διαπιστώνει πικρά τη σχετικότητα  (που μας περιβάλλει). Και ανθίσταται αγωνιζόμενη προς το φως.
ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

Ποίηση που μου έδωσε εκείνη τη γνήσια απόλαυση του έργου που δύσκολα αποχωρίζεται κανείς. Κρατάω την αλήθεια του, τη μουσική του και τις ενδιάμεσες σιωπές του.
 ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ


Δείγμα γραφής από τη νέα συλλογή:



ΠΟΔΗΛΑΣΙΑ

Άστραφτε το ποδήλατο στον ήλιο
Μια βόλτα μόνο! είπα

Δεν ξέρω να ισορροπώ
όμως τολμώ να πέσω για να μάθω
Άλλο αν δεν έμαθα

Ανέτοιμη κάθε φορά
με βρίσκει η επιθυμία
καθώς σκορπίζουνε γι’ αλλού
η σέλα τα πετάλια το τιμόνι

Μονάχα το φωτάκι του οδηγού
μένει στο δρόμο

ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ 

Οι τοίχοι στο χρώμα της σκουριάς
Ανάμεσά τους μια γυναίκα γδύνεται
πετώντας τα ρούχα της στο πάτωμα
ώσπου τελείως γυμνή
τραβάει το δέρμα απ’ το λαιμό
και την εικόνα της κρεμάει σε ατσάλινο καρφί
ως το επόμενο πρωί που θα την ξαναβάλει



ΣΤΑΧΤΗ

Τα νερά του ξύλου σχημάτιζαν πεταλούδες
πάνω στην καρυδένια ντουλάπα
που καθρέφτιζε τη σκιά του διπλού κρεβατιού

Οι πεταλούδες πετώντας στο δωμάτιο
γέμιζαν χρώματα τους τοίχους στην αρχή
αλλά μόλις ξεθώριασε ο χορός
ο άντρας τις καρφίτσωσε στην κουρτίνα
να μαραθούν στο φως

Η γυναίκα
νιώθοντας τον πόνο στη ραχοκοκαλιά της 
αποξεράθηκε μαζί τους με τον καιρό
κι  όταν υψώθηκαν οι φλόγες στο ταβάνι
την ώρα του αναπάντεχου βιασμού
είδε τις πεταλούδες παρανάλωμα κι έγινε στάχτη

ΚΡΕΜΑΛΑ

… κι αρχίσαμε να ζωγραφίζουμε
τον εαυτό μας στην αγχόνη

Για κάθε λάθος γράμμα ένα μέλος
Η κάθε λέξη ένας κρεμασμένος

Έτσι μάθαμε πώς γράφεται
η ποίηση

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Έχω ένα πατρικό φτιαγμένο από σπίρτα

Ο πατέρας
δούλεψε σκληρά  για να τα μαζέψει ένα-ένα
Η μάνα 
τα έχτισε με υπομονή στερεώνοντάς τα στο κενό 

Είναι επικίνδυνο να παίζεις με τα σπίρτα έλεγαν
ενώ τάιζαν τη φωτιά 

Τότε είναι που άρχισα να γράφω ποιήματα



ΚΥΚΛΟΣ

Θέλω να σου χαρίσω έναν κύκλο

Στην περιφέρειά του να πατάς
για να κοιτάς ταυτόχρονα
τον μέσα κι έξω κόσμο

Αν λαχταρήσεις τη φωτιά, κάνε τον κύκλο ήλιο
Αν επιλέξεις μοναξιά, σελήνη ονόμασέ τον
Αν θες να στείλεις μήνυμα, χειρίσου τον σαν σφαίρα
Αν πόθο νιώσεις, κράτα τον στα δόντια σου σαν ρόγα

Αν προτιμάς αφανισμό, δέσε τον στο λαιμό σου



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Ειρήνη Ρηνιώτη γεννήθηκε το 1964 στην Αθήνα.
Σπούδασε στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου στο τμήμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό».
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου ως ηθοποιός.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Νυχτερινή ομολογία (1986, 1988), Των ανέμων και της θύελλας (1988), Πορφυρός αιώνας (1990), Εξόριστο φως (1995, 1996), εκδόσεις “Λωτός”, Η κυρά των άστρων (1997), εκδόσεις “Το Ροδακιό”, Η μέθη των μύθων (2000), εκδόσεις “Το Ροδακιό”, Η ανθοφορία της σιωπής (2008), εκδόσεις “Άγρα”, Ίλιγγος (2011), εκδόσεις “Άγρα”.
Ποιήματά της ανθολογήθηκαν, μεταφράστηκαν, και μελοποιήθηκαν από τον  Θάνο Μικρούτσικο και τον Μάνο Αβαράκη.



Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Παρουσίαση βιβλίου | ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ "Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά" - Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960 - 1966) στον Ιανό Αθήνας



Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ και το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΙΑΝΟS
σας προσκαλούν στην παρουσίαση
της νέας έκδοσης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ – ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
 Καταραμένα 
κι ευλογημένα χαρτιά
Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966) 

Εισαγωγή – Φιλολογική επιμέλεια – Σημειώσεις: 
Μαίρη Μικέ

που θα πραγματοποιηθεί
στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟS (Σταδίου 24)
την Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016
ώρα 8.30 μ.μ.





Ομιλητές:
ΜΑΡΙΑ ΚΑΚΑΒΟΥΛΙΑ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Υφολογίας, Ρητορικής & Αφηγηματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
ΠΟΠΗ ΠΟΛΕΜΗ, Ιστορικός
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
ΜΑΙΡΗ ΜΙΚΕ, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ., συγγραφέας, επιμελήτρια του τόμου «Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά»



ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΙΑΝΟS : Σταδίου 24, Αθήνα 105 64 | τηλ. 210 32 17 917

Δελτίο τύπου | ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ "Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά" - Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960 - 1966)



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ

KATAPAMENA 
KI EYΛOΓHMENA XAPTIA
ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ (1960-1966)  
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: MAIPH MIKE 
 
Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Δεκέμβριος 2015 
Αριθμός σελίδων : 320 & 40 σελίδες εικονογραφικό ένθετο
Τιμή: 19,50 ευρώ
ISBN 978-960-505-180-8



Εδώ αρχίζει να καλοκαιρεύει. Μα τί'ναι τούτο; Δεν αποκρίνομαι πια εύκολα στο φως, στα χρώματα, στα σχήματα της άνοιξης. Τι φταίει τάχα; Γεράματα; Πολλές δοκιμασίες, πολλές μνήμες; Πολύ σκύψαμε μέσα μας; Πολύ καθαρά βλέπουμε και μες στα σκοτεινά; Πού 'ναι κείνη η «άγια αφέλεια»; Μεγάλες εμπειρίες, αξιοθαύμαστες – ας μας λείπανε (ναι; – δε θα το 'θελα και δε θα το μπορούσα). Τί κάθομαι και σου λέω;
— Γ. ΡΙΤΣΟΣ, Αθήνα, 14.V.64

ΣΕ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ στις 17 Απριλίου 1961, ο Ρίτσος, όταν μόλις την προηγούμενη χρονιά έχει αποκατασταθεί ένας επιστολικός διάλογος μεταξύ τους, γράφει: «Πότε πια θα 'ρθεις, να τα πούμε όπως άλλοτε, ώρες κι ώρες – όχι πια τούτο το άχαρο, παγερό χαρτί, που μας στράγγιξε όλη μας τη ζωή και κάποτε μας βλέπει και το βλέπουμε εχθρικά – αυτό το χαρτί το καταραμένο κι ευλογημένο, ο καη­μός μας κι η μεγάλη παρηγόρια μας, η μοναξιά μας κι η συντροφιά μας. Εδώ φτά­νουμε τ' άστρα, κι εσύ δε θα φτάσεις στην πατρίδα;». Σ' αυτή την επώδυνη και γεμά­τη λαχτάρα ερώτηση-έκκληση οφείλεται ο τίτλος της παρούσας έκδοσης με τα επι­στολικά τεκμήρια ανάμεσα στον Γιάννη Ρίτσο και στη Μέλπω Αξιώτη, η οποία βρίσκεται σε αναγκαστική υπερορία από τις 22 Μαρτίου 1947.
Οι αντηχήσεις του λόγου της Αξιώτη στις επιστολές του Ρίτσου είναι ισχυρές, και η μορφή της αναπαρίσταται ζωηρά, ειδικά μετά την επίσκεψη του ποιητή στο Ανατολικό Βερολίνο και την ποθητή συνάντησή τους στα μέσα του Σεπτέμβρη του 1962· έτσι, μέσα από τις ρωγμές του απαντητικού λόγου του Ρίτσου, μπορεί κανείς όχι μόνο να αφουγκραστεί τις πνιχτές κραυγές αγωνίας της σιωπηλής εξόριστης Μέλπως, για να βγει επι­τέλους από το μαύρο πηγάδι της απουσίας, αλλά και να αντιληφθεί τις εμμονές, τις αγκυλώσεις και τις δυσκολίες της όταν χρειάζεται να ξανοιχτεί και να μιλήσει. Η Αξιώτη μοιάζει ωσεί παρούσα να στοιχειώνει τις σελίδες του παρηγορητικού, δυναμικού και ολόψυχα δοσμένου στην υπόθεσή της Ρίτσου. Ζει με αναμνήσεις, αντινομίες και κλυ­δωνισμούς, γράφει, σιωπά και αυτολογοκρίνεται, έχοντας στο μεταξύ βιώσει τις ιδιοτυ­πίες μιας σκληρής σχέσης ανάμεσα στην πολιτική κομμουνιστική εξουσία με τη λογοτε­χνία, την κριτική και την τέχνη γενικότερα.
Ο Ρίτσος έγραφε στην Αξιώτη στις 7.1.1964: «Ο χρόνος θα μιλήσει όταν εμείς δε θα 'χουμε πια μερτικό στο χρόνο. Κι αυτή είναι η μεγάλη αδικία: ο μόνος δίκαιος κριτής του έργου μας, ο χρόνος, ν' αφανίζει εμάς τους ίδιους». Όμως η προσδοκία μαζί με τη βαθιά επιθυμία για διάσχιση του χρόνου εδραιώνει και στους δύο την πεποίθηση ότι εξακολουθείς να είσαι ζωντανός όσο οι άλλοι μιλούν για σένα και ότι αυτό κατορθώνεται μόνο χάρη στο έργο που αφήνεις πίσω γιατί, κατά την Αξιώτη, «ο άνθρωπος είναι μικρός, μεγάλα είναι μόνο τα έργα του», και γι' αυτόν το λόγο «όταν θα είμαι νεκρή, θα μιλούν ίσως για μένα». Πώς θα μπορούσε ο Ρίτσος να μην προσυπογράφει το παραπάνω, από τη στιγμή που απαθανάτισε σε τέχνη τη θνητότητα της ζωής.

Αγαπητέ φίλε,
Τριγυρισμένη απ' τον ήλιο που τον πε­ρίμενα, πιάνω τέλος να σου γράφω – Μην το θαρρείς λίγο πράμα, έστω κι αν δεν είναι εύκολο να το καταλάβεις – Είχα να γράψω σε φίλους δέκα χρόνια
– γιατί δεν μπορούσα – δεν είχα τίπο­τα να πω αν δεν έλεγα πολλά – η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη – είχε πολλών ειδών μάκρη – και ακατανόητα για όποιον δεν τα περπάτησε – Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε τον άνθρωπο που βαδίζει με δυο δεκανίκια κι ας θαρρεί πως μοιράζεται τον πόνο του – αυτό είναι τίποτα μπροστά στο κάθε βήμα που πρέπει να κάνουνε τα ξένα πόδια σφηνωμένα στο δικό σου κορμί – Έτσι μπορεί να μάθεις να βαδίζεις, μα ξεμαθαίνεις να μιλείς με το διπλανό σου – κατάλαβε λοιπόν γιατί δε σου ‘γραφα παρά για τα πραχτικά ζητήματα – Η φροντίδα κι η στοργή που μου 'δειξες μου έκαμαν πολύ καλό, αν και τα λόγια τούτα που σου γράφω μπορεί να μη λένε όσα θέλω να πω και πρέπει να τα συμπληρώνεις – Να ξέρεις μόνο πως δεν είμαι εγώ εκείνος ο άνθρωπος που ήξερες – είμαι ένας άλλος – αλλιώτικος – Πολλές ήταν οι αιτίες, και πρώτα απ' όλα ο εαυτός μου αντίκρυ στα φαι­νόμενα ακατασκεύαστος για να μεταπιαστεί με τα νέα προζύμια. [...]
—M. ΑΞΙΩΤΗ, Ιταλία, 6.7.60

Γιάννη μου,
Χαρά με γέμισες από χτες, απ' όταν έλαβα το περιοδικό που μου έστειλες –είναι το πρώτο «δείγμα» που είχα– και ξέρεις απ' τον εαυτό σου τι θα πει να βλέπεις μεταμορφωμένα σε τυπογρα­φικά στοιχεία τα πράματα εκείνα της καρδιάς σου και του νου – αν τυχαίνει να είσαι και τζαναμπέτης, μπορεί και να μην τα παραδεχτείς στη νέα τους κατά­σταση, να σου γίνουν ξένα κι εχθρικά – τούτο μου συμβαίνει κάποτε (τρέχα γύρευε πούθε προέρχεται), όμως όχι τούτη τη φορά – συμφιλιώθηκα αμέσως μαζί τους – μπας κι είναι επειδή εσύ με τόση στοργή τα φρόντισες – τις ξέρει – Παύω.
— M. ΑΞΙΩΤΗ, Βερολίνο, 14.12.61

Αγαπημένη μου Μέλπω,
Ξέρω την κούραση, την πίκρα (κι ακόμη τη βουβή τρυφερότητα μιας φοβισμένης και γι' αυτό ακατάδεχτης ή αδιάφορης μοναξιάς, που το 'χει πάρει απόφαση να 'ναι μόνη), που κρύβουν οι σύντομες, απλές, τυπικές λέξεις. Ένα μονάχα δεν καταλαβαίνω σε σένα: που δεν καταλαβαίνεις και τη δική μου δυσκολία να σου γράφω. Βλέπεις μόνο απ' τη μεριά σου. Ο όγκος κι η από­σταση των δέκα χρόνων έχουν μπει όχι μονάχα ανάμεσα σε σένα και σε μένα, μα και ανάμεσα σε μένα και σε σένα, και πιο πολύ ανάμεσα σε μας και τον εαυτό μας και όλους. Πώς να τον μιλή­σεις και να τον λυώσεις όλον αυτό τον όγκο. Διαφορετικά γεγονότα (ή και τα ίδια) που τα ζήσαμε σ' άλλους χώρους πετρώνουν μέσα στη σιωπή και μας πετρώνουν.
— Γ. ΡΙΤΣΟΣ, 20.VII.60